Α α

(άλφα)
το πρώτο γράμμα τού ελληνικού αλφαβήτου. Το α ως πρόθεμα
1. στερητικό
δηλώνει έλλειψη, στέρηση και γενικά το αντίθετο από ό,τι δηλώνει το β' συνθετικό. Εμφανίζεται με τις εξής μορφές: α- / - αρχ.-νεοελλ. προ συμφώνου, π.χ. ά-γνωστος, ά-κακος, ά-τιμος κ.ά., και αν- ἀν- αρχ.-νεοελλ. προ φωνήεντος, π.χ. αν-ελεήμων, αν-ελεύθερος, αν-ομβρία, άν-υδρος κ.ά.
νεοελλ.
πολλές φορές το α- στερητ. χρησιμοποιείται πλεοναστικά πριν από το στερητικό πρόθημα ξε-, για να επιτείνει τη σημασία τής αρνήσεως, π.χ. α-ξεδιάντροπος, α-ξεσκέπαστος, α-ξέστρωτος κ.ά. Ως α- στερητ. θεωρήθηκε και το αρκτικό α- ρηματικών επιθέτων ύστερα από αναβιβασμό τού τόνου, π.χ. αραδιάζω > αραδιαστός (= ο τοποθετημένος στη σειρά) > αράδιαστος (= ο μη τοποθετημένος στη σειρά).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το α- ή αν- στερητ. προήλθε από IE *n- που εμφανίζει συνεσταλμένη βαθμίδα και αντιστοιχεί στο σανσκρ. α(n)-, π.χ. an-udr-ά- (= άνυδρος), a-jnata- (= άγνωστος), στο λατ. in-, π.χ. in-ops (= ενδεής), στο γερμ. un-, π.χ. un-klar (= ασαφής), στο αγγλ. un-, π.χ. un-able (= αδύνατος, ακατόρθωτος) κ.ά. Η πλήρης βαθμίδα του ΙΕ *- εμφανίζεται στο ελλ. νέ-ποδες (= άποδες), στα στερητ. νη-, νω- (νή-νεμος < *νεανεμος, νω-δός < *νε-οδος), στα λατ. ne-fas (= ανόσιο), ne-scio (= αγνοώ) κ.ά. Συχνά εμφανίζεται σε αρχαίες λέξεις α- στερητ. αντί αν- προ φωνήεντος, όταν έχει προηγουμένως σιγηθεί σ ή F μεταξύ τού στερητικού και του β' συνθετικού, π.χ. άισος (αλλά και άνισος) < *ά-Fıσoς, αεργός (και συνηρ. αργός) < *α-Fεργός, άοπλος (και άνοπλος) < α-όπλον < έπω < *σέπω (= φροντίζω), άυπνος < *α-hυπνος < ΙΕ*sup-no-s. Έτσι το α- αντί αν- επεκτείνεται αναλογικά και σε άλλες λέξεις, π.χ. ά-οσμος, ά-ορνος, ά-οκνος]. ανα- και ανε- κυρίως νεοελληνικό, ήδη μτγν. (ανά-γνωστος = άγνωστος) και μσν. αντί απλού α- στερητ., π.χ. ανά-βαθος, ανα-βροχιά, ανά-μελος και ανέ-μελος, ανε-πρόκοπος κ.ά.[ΕΤΥΜΟΛ. Οι τύποι ανα-, ανε- δημιουργήθηκαν αναλογικά από λέξεις, που είχαν στερητικό αν- και αρκτικό φωνήεν θέματος α- ή ε-, π.χ. αν-άλατος, αν-εφάρμοστος, αν-άξιος, αν-άρμοστος, αν-εξήγητος κ.ά.].
αρχ.
το στερητικό ἀνα- (πρβλ. ομηρ. ἀνά-εδνος, ἀνά-Fελπος στον Ησύχιο κ.ά.).[ΕΤΥΜΟΛ. Θεωρείται ως υστερογενής σχηματισμός αντί τού α-, ίσως από επίδραση τής προθέσεως ανά ή ως αναδιπλασιασμός (αν-α-) τού στερητ. α- (πρβλ. και πρακριτ. στερητ. ana-)].
2. αθροιστικό
αρχ.
δηλώνει συγκέντρωση, συνένωση, συμμετοχή, ισότητα και εμφανίζεται ως - ή -, π.χ. ἁθρόος, -παξ, -πας, -πλοῡς, αλλά ἀδελφός, -κόλουθος, -λοχος, -τάλαντος κ.ά.[ΕΤΥΜΟΛ. Ο αρχικός τύπος ήταν - και προήλθε από IE *sm-, με τροπή τού *m σε α και τού *s σε δασύ πνεύμα. To IE *sm αποτελεί τη μηδενισμένη βαθμίδα που εμφανίζεται στο σανσκρ. sa-, π.χ. sa-nāman (= συνώνυμος), στο λατ. sem- > sim-, π.χ. sem-el (= άπαξ), sim-plex (= απλός) κ.ά. Η πλήρης ΙΕ βαθμίδα *sem- βρίσκεται στο ελλ. εἷς βλ. λ.. Ο τύπος - προήλθε αρχικά από ανομοίωση σε λέξεις που είχαν δασύ σύμφωνο (ἀδελφός, ἄλοχος) ή από ψίλωση ιωνικών τύπων (Ἀπατούρια) και με επέκταση σε πολλές άλλες λέξεις].
3. επιτατικό
αρχ.
επιτείνει την έννοια τού β' συνθετικού, π.χ. -βιος (= πολύ πλούσιος), -ξυλος (= γεμάτος δέντρα), -τενής (= πολύ τεντωμένος), -χανής (= αυτός που έχει ορθάνοιχτο στόμα, που χάσκει) κ.ά.[ΕΤΥΜΟΛ. Η έννοια τής επιτάσεως τού δημιουργήθηκε από την εξέλιξη τής σημασίας τού - αθροιστ. που κατέληξε να σημαίνει «τον εφοδιασμένο με κάτι» και κατ' επέκταση «αυτόν που έχει κάτι σε μεγάλη ποσότητα»].
4. προθετικό ή προθεματικό
αρχ.-νεοελλ. καθαρώς φωνολογικό στοιχείο που δεν προσθέτει καμία ιδιαίτερη έννοια ή απόχρωση στη σημασία τού β' συνθετικού, π.χ. νεοελλ. αβδέλλα, α-μασχάλη, α-ράθυμος, αδράχνω κ.ά.[ΕΤΥΜΟΛ. Προήλθε από συνεκφορά με προηγούμενες λέξεις που τελείωναν σε -α, όπως: μια, τα, ένα, για, να, θα κ.ά., π.χ. μια βδέλλα > μι' αβδέλλα-αβδέλλα]. αρχ. -βληχρός, -λείφω, -λίνω, ἀμέλγω κ.ά. [προθεματικό φωνήεν -, παράλληλα με τα προθεματικά φωνήεντα -, - (-ρυθρός, -ρύσσω), εμφανίζεται σπανιότερα σε λέξεις που αρχίζουν κυρίως από ρ, λ, μ, ν και F].
5. αρκτικό αντί άλλου φωνήεντος
νεοελλ.
δεν επιφέρει μεταβολή στη σημασία τών λέξεων και προέρχεται κυρίως από συνεκφορά, κατά την οποία υπερισχύει το τελικό α- τών προηγούμενων λέξεων (μια, τα, θα, να κ.ά.), π.χ. (αντί ε-) αλαφρός < ελαφρός, άντερο < έντερο, άξαφνα < έξαφνα, εξαίφνης κ.ά. (αντί ι-, η-, υ-) απόχη < μσν. ὑπόχη, ατσίδα < αρχ. αιτ. ἰκτίδα, αχός < ηχώ κ.ά. (αντί ο-, ω-) αβγό βλ. λ. < ὠόν, αφαλός < ὀμφαλός κ.ά. Πολλά από τα παραδείγματα που έχουν στη β' συλλαβή α είναι δυνατόν να θεωρηθούν και ως προϊόντα προληπτικής αφομοιώσεως, π.χ. αργαλειός < εργαλείο, αργαστήρι < εργαστήρι, απάνω < επάνω, αντάμα < φρ. ἐν τῷ ἅμα κ.ά. Το α ως κατάληξη -α
νεοελλ.
κατάληξη μεγεθυντική θηλυκών ουσ. αρχικά από ουδ. σε -ι, π.χ. το γυαλί - η γυάλα, το πανί - η πάνα, το σπαθί - η σπάθα, το σταμνί - η στάμνα κ.ά. και τελικά από κάθε ουδ. ουσ., π.χ. το άλογο - η αλόγα, το κόκκαλο - η κοκκάλα, το πουκάμισο - η πουκαμίσα κ.ά. Η παραγωγική κατάληξη προέκυψε από τη σημασιολογική σχέση τών τύπων: η γάστρα (αρχ. γάστρα)
το γαστρί (αρχ. γαστρίον), η δάδα (αρχ. δᾴς)
το δαδί (αρχ. δαδίον), η μάντρα - το μαντρί, η σούβλα - το σουβλί κ.ά. Τα ουδ. (δαδί, μαντρί κ.λπ.) θεωρήθηκαν ως υποκοριστικά παράγωγα των θηλυκών (δάδα, μάντρα κ.λπ.) που συγκριτικά έδιναν την εντύπωση μεγεθυντικών
έτσι σχηματίστηκαν μεγεθυντικά θηλ. σε -α από άλλα ουδ. σε -ι. -α
νεοελλ.
κατάληξη θηλυκών ουσ., συνήθως αφηρημένων, που παράγονται από ρήματα, π.χ. ανάσα (ανασαίνω), άχνα (αχνίζω), βρόμα (βρομώ), κάπνα (καπνίζω), κάψα (καψώνω), σπίθα (σπιθίζω) κ.ά. Η κατάληξη δημιουργήθηκε σύμφωνα με τους αρχαίους υποχωρητικούς σχηματισμούς: δίψα από το διψώ, πείνα από το πεινώ, λύσσα από το λυσσώ κ.ά. -α
νεοελλ.
κατάληξη θηλυκών αφηρημένων ουσ. από επίθετα, π.χ. αλμυρός -αλμύρα, γλυκός - γλύκα, ζεστός - ζέστα, νεκρός - νέκρα, πικρός - πίκρα, τρελός -τρέλα κ.ά. Η κατάληξη, κατά τον Κόντο, από το θηλ. τού επιθέτου (τυφλός - τυφλή - τύφλα). Κατά τον Χατζιδάκι, από ρήματα που είναι παράγωγα επιθέτων αρχικά σε -ρός κατά το αρχαίο σχήμα: εχθρός - εχθαίρω - έχθρα, ψυχρός - ψυχραίνω - ψύχρα κ.ά.

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.